Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Φωνή επιθυμίας

Είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε ανθρώπους φωνακλάδες, σε ένα μέρος όπου όλοι φωνάζουν διότι κανένας δεν ακούει. Καθένας ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από τη δικιά του φαντασίωση, αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από τα δικά του, κι επειδή ο ίδιος δεν ακούει, πιστεύει πως αυτό κάνουν και όλοι οι άλλοι. Φωνάζει για να ακουστεί, διότι ο ίδιος δεν ακούει.

Το μέρος στο οποίο είχε μεγαλώσει ονομαζόταν νησί των γαϊδάρων, ίσως ένα διαφορετικό νησί των γαϊδάρων από εκείνο που έχει περιγράψει κάπου αλλού ένας καλός μου φίλος, ίσως πάλι και να είναι στο ίδιο νησί. Το αποκαλούσαν λοιπόν νησί των γαϊδάρων, όχι για το πλήθος των γνωστών τετραπόδων, αλλά διότι λόγω της συχνότητας που οι κάτοικοι έκαναν χρήση του επιθέτου «γάιδαρος» για να χαρακτηρίσουν τους συνανθρώπους τους, τα τετράποδα έπαψαν να διαφέρουν από τους ανθρώπους. Όλοι έφεραν κοινό μοναδικό χαρακτηριστικό, το einzige zug για το οποίο μίλησε ο Φρόυντ και ο Λακάν, ήταν όλοι γάιδαροι.

Κι αν αρχικά αποκαλούσαν γάιδαρο κάποιον με πείσμα και ανυπακοή, αυτή η ανυπακοή με τον καιρό έλαβε μορφή έλλειψης ακοής, γάιδαρος ήταν εκείνος που δεν άκουε τους άλλους. Μα έπρεπε να τους ακούει και πολύ καλά μάλιστα, διότι ένας γάιδαρος διαθέτει τεράστια αυτιά. Γι’ αυτό και κατέληξε να αποκαλούν κάποιον γάιδαρο για τον πούνε ηλίθιο, ιδιώτη, αυτόν που διαθέτει το όργανο της ακοής αλλά δεν το χρησιμοποιεί. Κουφός στην όποια φωνή, προτιμά την υπεραπόλαυση του αυτοερωτισμού του.

Σε εκείνο το νησί, αφού μιλήσαμε για ηλιθιότητα, ευφυΐα θεωρούσε ο καθένας την ικανότητα να κατανοεί κάτι πριν ο άλλος προλάβει να το πει. Μα αν ευφυΐα αποκαλείται κάτι που προβάλλει τη βασική ιδιότητα του ανθρώπου έναντι στα ζώα, την εξυπνάδα και τη χρήση του λόγου, γλώσσα και λογική μαζί, όταν ο άνθρωπος γίνει γάιδαρος, όπως σε εκείνο το νησί, βασική ιδιότητα γίνεται αυτή του ιδιώτη, της κουφαμάρας σε αυτόν το λόγο. Αυτό που θεωρούσε ο καθένας ευφυές, δεν ήταν παρά εκείνο που προέβαλλε την ηλιθιότητα του αυτοερωτισμού του. Τι κατανοεί κάποιος που δεν ακούει, παραμόνο την ίδιά του τη φαντασίωση, αυτό δηλαδή που έχει ήδη στο μυαλό του, ενώ αρνείται να αφουγκραστεί ένα λόγο που απευθύνεται σε αυτόν, είναι κουφός στο λόγο εκείνο. Όπως το περιέγραψε ο Φρόυντ, δεν ψάχουμε το πραγματικό του αντικειμένου της φαντασίωσής μας για να διορθώσουμε την αντίληψη της παραγματικότητας, αλλά ψάχνουμε να ξαναβρούμε το ίδιο το αντικείμενο, αυτό της φαντασίωσης, στη μορφή που το γνωρίζουμε για να βεβαιωθούμε ότι βρίσκεται ακόμη εκεί.

Ο ήρωας μας λοιπόν, αυτός για τον οποίο ξεκινήσαμε να μιλάμε, υπέφερε όπως και πολλοί άλλοι πάνω σε εκείνο το νησί. Αυτό που αναζητούσαν, αυτό που θα κατεύναζε την ένταση στην οποία ζούσαν, την ένταση εκείνης της φωνής, ήταν κάποιον να απαντήσει στη δική τους φωνή. Πώς όμως γίνεται κανείς να μην ακούει αλλά όλοι να περιμένουν απάντηση; Το να βρεθεί κάποιος που ακούει αληθινά, έχει αξία απάντησης. Κι αν η καθημερινή φράση «η σιωπή μου προς απάντησή σου» έχει απαξιωτική σημασία, είναι διότι αυτό που πραγματικά δηλώνει είναι «δεν ακούω τι λες και καλά κάνεις να σωπάσεις όπως κάνω εγώ», ένα σιωπηρό αίτημα με μεγαλύτερη ένταση κι από αυτή της πιο δυνατής φωνής. Η σιωπή αυτού που αληθινά ακούει δεν είναι απαξίωση αλλά χώρος στην επιθυμία εκείνου που ομιλεί.

«Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!», βροντοφώναξε μα κανείς δεν άκουσε, ήταν μια φωνή χωρίς επιστροφή. Περίμενε απάντηση, ποτέ δεν πήρε απάντηση. «Καλύτερα να μιλώ στον τοίχο» είπε, σιγανόφωνα αυτή τη φορά μιλώντας στον εαυτό του, αυτή τη φορά δεν περίμενε απάντηση.. αν του απαντούσε ο εαυτός του, η δικιά του φωνή, θα ήταν κάτι τρομακτικό, αυτό που ο Φρόυντ περιγράφει τόσο δικό μας κι όμως ανοίκειο, unheimleih. Από τον τοίχο όμως περίμενε επιστροφή. Γνώριζε κατά βάθος ότι «οι τοίχοι έχουν αυτιά», κι ότι ένας τοίχος είναι απαραίτητος για να αντηχήσει η δικιά του φωνή, και μέσα στην αντήχηση, χωρίς τρόμο να ακούσει τον εαυτό να εκφέρει το λόγο, την επιθυμία του να μιλά. Έψαχνε κάποιον να ενσαρκώσει αυτή τη λειτουργία του τοίχου, την επιστροφή της φωνής του, όπου θα μπορούσε να αναγνωρίσει στο άκουσμά της «ναι, αυτή είναι η δικιά σου φωνή, η δικιά σου επιθυμία, μην τη διαπραγματεύεσαι, ακολούθησέ την», έψαχνε εκείνον που θα μπορούσε να υποστηρίξει την επιθυμία του.

Αυτοί όμως που απαντούσε, αστεία η συνωνυμία της λέξης «απαντώ» με τη λέξη «συναντώ», δε διέθεταν αυτή τη σημαντική λειτουργία. Ήταν άνθρωποι που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη φωνή τους για να υποστηρίξουν την επιθυμία κάποιου άλλου, δεν έφεραν φωνή αγάπης, φωνακλάδες της υπεραπόλαυσης. Με την ένταση της φωνής τους προσπαθούσαν να διαγράψουν κάθε άλλη φωνή, δεν ήταν τοίχος αλλά τείχος σε αυτή, σε κάθε ξένη επιθυμία παρεξηγημένη ως απειλητικό αίτημα προς τους ιδίους. Γι’ αυτό και κουφάθηκαν, για να μην ακούνε φωνές, κουφάθηκαν και μέσα στην κουφαμάρα ούτε τη δικιά τους επιθυμία δεν μπορούσαν να ακούσουν, ξέχασαν τη φωνή της, την απώθησαν καθώς κανείς δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί τι είδους φωνή θα ακούσουν. Έγιναν ζητιάνοι μιας εγγύησης για την επιθυμία τους. Αυτό τους έκανε ακόμα πιο φωνακλάδες, μια ελπίδα που τους είχε απομείνει ότι η δικιά τους φωνή θα αντηχήσει άμα είναι δυνατή, αν τύχει να αντηχήσει, όμως ποιος μπορεί να απαντήσει στο προσωπικό αίνιγμα «τι επιθυμώ» παρά του καθενός η δικιά του φωνή..

Μα για να συμβουλεύσει κάποιος έναν κουφό, αυτό προϋποθέτει ότι το πρόβλημα είναι ήδη λυμένο, κι αν η συμβουλή είναι «άκου την επιθυμία σου», το παράδοξο είναι ότι τη συμβουλή αυτή δεν μπορεί ούτε να την ακούσει, ούτε να την ακολουθήσει ένας κουφός.

Άγγελος

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Μαλώνουν ένα παιδί



Παρατηρώ να δημοσιεύεται κατά καιρούς το πιο πάνω σκίτσο και νιώθω την ανάγκη να κάνω ορισμένες παρεμβάσεις σε αυτονόητες επιφανειακά ερμηνείες. Το σκίτσο προσπαθεί να αποτυπώσει μια προβληματική μεταβολή της θέσης των γονέων, οι οποίοι στην πιο παλιά εποχή επιρρίπτουν ευθύνες στο παιδί που “λαμβάνει” τη βαθμολογία  (το ενεργητικό ρήμα “λαμβάνω” να δηλώνει ότι η ευθύνη της βαθμολογίας είναι σε αυτόν που την λαμβάνει, στο παιδί), ενώ στην σύγχρονη εποχή να επιρρίπτουν ευθύνες στον δάσκαλο που “δίνει” την βαθμολογία (ομοίως με προηγουμένως, το ενεργητικό ρήμα “δίνω” να δηλώνει ότι η ευθύνη της βαθμολογίας είναι σε αυτόν που την δίνει, στον δάσκαλο).

Επεκτείνοντας λίγο την πιο πάνω διατύπωση, συναντούμε το παιδί της πρώτης εικόνας, δέκτη όλης της πίεσης των γονέων, να αντιδρά και να γίνεται ο γονιός της δεύτερης εικόνας που δεν επιρρίπτει καμία ευθύνη στο παιδί, αλλά την μεταφέρει σε λάθος άτομο.

Αυτό θα ήταν ένα εκ πρώτης όψεως μήνυμα, όμως πέραν από τις πιο πάνω υποκειμενικές περιγραφές επίρριψης ευθύνης, που τοποθετουνται σε εικονο-φαντασιακή διάσταση (imaginary) κατά τον Λακάν, το σκίτσο απεικονίζει κάτι πραγματικό: Η αληθινή θέση των γονέων όχι μόνο δεν μεταβάλλεται από την μια εικόνα στην άλλη, αλλά παραμένει σταθερός άξονας του προβλήματος: Οι γονείς και στις δυο περιπτώσεις δεν αναλαμβάνουν τη δική τους ευθύνη για τη βαθμολογία του παιδιού τους, αλλά την μεταφέρουν πάνω στους άλλους.

Το παιδί δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να υποθέτει τη θέση του στη ζωή σε σχέση με μια επιθυμία, μια ασυνείδητη φαντασίωση των γονιών του. Το γεγονός ότι ένα παιδί έχει ανάγκη τους γονείς του για να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες και να ζήσει, είναι αιτία αγάπης. Αγαπά τον Άλλο που το φροντίζει, του ικανοποιεί τις ανάγκες, και δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο ότι και ο Άλλος θα το αγαπά για να του παρέχει ό,τι χρειάζεται.  Πώς όμως να προκαλέσει αυτή την αγάπη του Άλλου προς το ίδιο; Με το να εντοπίσει την έλλειψη του Άλλου και να λάβει τη ανάλογη θέση που να συμπληρώνει αυτή η έλλειψη. Μια θέση στη φαντασίωση των γονιών.

Πρόσφατα βρέθηκα με έναν φίλο, ο οποίος κάποια στιγμή μου ανέφερε ένα καθημερινό περιστατικό που αντιμετωπίζει στην οικογένειά του: Ο γιος του, τεσσάρων χρόνων, αρνείται να φάει και η γυναίκα του, η μάνα του παιδιού, να μαλώνει το παιδί προσπαθώντας να το συνετίσει για να φάει.

- Δοκίμασες να πεις στη γυναίκα σου να μην πιέζει το παιδί;
- Ναι, της λέω “πόσο φαϊ θέλει ένα παιδί, εσύ τρως λιγότερο από αυτόν!”

Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε στα γρήγορα μια ταύτιση με την μάνα που δεν τρώει, αλλά η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού..

- Κι αυτή τι σου απαντάει άμα της λες έτσι;
- Μου λέει “χρειάζεται φαϊ για να μεγαλώσει, κι εγώ πώς να είμαι σωστή μάνα άμα δεν τον μαλώσω για να φάει;”

Η μάνα μέσα στην εκφορά της δηλώνει την φαντασίωσή της να είναι σωστή μάνα, και ότι αυτό πραγματοποιείται με το να μαλώνει το παιδί της. Τα πράγματα “μιλάνε” από μόνα τους (ή κατακρίβειαν τα υποκείμενα ομιλούν από μόνα τους): Το παιδί δεν αντιδρά στην μάνα, αλλά ίσα-ίσα κάνει αυτό που θέλει η μάνα. Το παιδί ασυνείδητα γνωρίζει πως πρέπει να φέρει αντίσταση στην απαίτηση της μάνας του, για να την ικανοποιήσει δίνοντάς της τη θέση της σωστής μάνας που θα τον μαλώσει.

Η οποιαδήποτε θέση ενός παιδιού λαμβάνεται ανάλογα με την το πως ερμηνεύει την επιθυμία των γονιών που αγαπά. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να αναλογιστούμε την ευθύνη των γονιών στο σκίτσο.

Όμως ας αναφερθώ για λίγο στον μηχανισμό της απώθησης, μια άμυνα προς το τραυματικό, δηλαδή σε κάτι που μας συμβαίνει στο οποίο αδυνατούμε να δώσουμε εξήγηση. Είναι αυτό που κάνει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μας ηλικίας να μην το θυμόμαστε. Λέω “να μην το θυμόμασετε” διότι το “μην” είναι άρνηση μιας αλήθειας που γνωρίζει πολύ καλά το ασυνείδητο, το "μην" δηλώνει απουσία από την συνείδηση. Η απώθηση είναι αυτό που κάνει τον “παλιό” να θυμάται την εποχή του με τόση νοσταλγία, να την χαρακτηρίζει για την αγνότητά της, διότι το κακό έχει απωθηθεί και παραμένει η εντύπωση μιας “καλής εποχής”.

Με αυτά, μπορούμε να υποθέσουμε μια άλλη αλήθεια που βρίσκεται στο επίπεδο του υποκειμένου της εκφοράς, δηλαδή του ιδίου του σκιτσογράφου, ενός διαφορετικού υποκειμένου από αυτό του εκφερομένου, αυτού δηλαδή που απεικονίζουν τα σκίτσα.

Αν ο σκιτσογράφος έχει κάνει αυτό το σκίτσο θεωρώντας ότι η προβληματική εικόνα είναι η δεύτερη, το ότι δηλαδή μαλώνουν τη δασκάλα, τότε μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι βλέπει τον κόσμο με τα μάτια της δασκάλας που αδίκως κατά τη γνώμη του κατηγορείται. Το πρόσωπο το οποίο μεγαλώνει από τη μια εικόνα στην άλλη, δεν είναι το παιδί που γίνεται γονιός, αλλά το παιδί που γίνεται δάσκαλος - εδώ απεικονίζεται δασκάλα, όμως η συμβολική διάσταση ενσαρκώνει την ιδιότητα δάσκαλος ασχέτως φύλου. Ο σκιτσογράφος εκφέρει το παράπονό του, την δική του αλήθεια, πως όταν ήταν μικρός τον μάλωναν για τα “λάθη” του, όμως σήμερα δεν μαλώνουν τους μικρούς για τα “λάθη” τους, μαλώνουν τους δασκάλους. Ποιοι μαλώνουν; Οι γονείς. Η λέξη “γονείς” που μαλώνουν, ενσαρκώνει τους δικούς του στους γονείς των μαθητών. Το τραυματικό που ο ίδιος ως παιδί μαλώνεται από τους γονείς απωθείται, ενώ παραμένει μια ωραία εικόνα της εποχής. Δίδεται μάλιστα και μια εξήγηση ότι έτσι είναι το “σωστό”, να μαλώνεται το παιδί. Το απωθημένο επιστρέφει όταν ξανά συναντά την εφαρμογή της έννοιας “σωστό”, ότι δηλαδή τώρα δεν μαλώνουν το παιδί. Μέσα στο “δεν” της άρνησης βρίσκεται και η επιβεβαίωση της αλήθειας στο ασυνείδητο, ότι ναι μαλώνουν το παιδί, που είναι το ίδιο παιδί της πρώτης εικόνας, αυτή τη φορά στο ρόλο του δασκάλου. Τελικά το παράπονο είναι: “Γιατί οι γονείς μου με μαλώνουν;” Μέσα από τα σημαίνοντα με τα οποία έχει δεθεί το απωθημένο, επιστρέφει κάνοντας την εμφάνισή του το ίδιο το τραύμα.

Άγγελος

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Καθρέφτης ευτυχίας

Τον αποκαλούσαν σοφό. Εντυπωσίαζε τον περίγυρο του με το πόσο καλά είχε φιλοσοφήσει τη ζωή. Νοιαζόταν για τους άλλους. Μοιραζόταν με αυτούς τις συμβουλές για ευτυχία που του είχε διδάξει η ζωή: “Πρέπει να σκέφτεσαι θετικά”, “ξέχνα αυτά που σε κρατούν πίσω στο παρελθόν”, “πρέπει πάντοτε να είσαι ο εαυτός σου”..

Ο κόσμος τον ήξερε συνέχεια χαρούμενο.. γίνεται κάποιος να έιναι συνέχεια χαρούμενος; Οποιοδήποτε συναίσθημα έχει αρνητική έννοια, λύπη, θυμός κ.α. το είχε αντικαταστήσει με χαμόγελο και ένα μόνιμο ενθουσιασμό. Ξεκινούσε τη μέρα του διαβάζοντας “motivational quotes”, τέλειωνε τη χρονιά του κάνοντας απολογισμό και «new year’s resolutions», μια προσπάθεια αγάπης του μελλοντικού του εαυτού που θα έχει ξεπεράσει την έλλειψη που στο παρόν αισθανόταν.


Μια μέρα δεν άντεξε, μίλησε σε έναν φίλο που τον ρώτησε πώς μπορεί να είναι συνέχεια ευτυχισμένος: “Με βλέπετε όλοι ευτυχισμένο, δεν μπορείτε όμως να φανταστείτε πόσο μέσα μου υποφέρω”, του εμπιστεύτηκε. Ήταν μυστικό, δεν έπρεπε να το μάθει κανείς. Βρισκόταν στην αναζήτηση του χρυσού κανόνα της ευτυχίας και δεν έπρεπε να δείξει αδυναμία. Η αδυναμία ήταν για αυτόν σημάδι ότι ξεφεύγει από τους στόχους του. Αντίθετα, μοιραζόμενος τα αποφθέγματα σοφίας με τους γύρω του, ήταν ένας τρόπος να τα μιλά στον εαυτό του, με τους άλλους ως καθρέφτη του εαυτού του – αυτό που έκανε και τα πρωινά που διαβάζε “motivational quotes”. Το “υποφέρω” δεν έπρεπε να το πει στον καθρέφτη του. Εκεί, στην περίπτωση του φίλου του, σε κάποιον Άλλο το έλεγε..

Υπήρχε ακόμα κάποιος στον ίδιο περίγυρο: ο τρελός. Τον αποκαλούσαν έτσι διότι ο τρόπος ζωής του διέφερε από τις νόρμες της κοινωνίας, παρόλο που δεν δημιούργησε ποτέ πρόβλημα σε κάποιον, ίσα-ίσα οι άλλοι ήταν που διασκέδαζαν την ιδιεταιρότητά του. Φαινόταν ευτυχισμένος, όμως η ευτυχία του ήταν διαφορετική από του σοφού. Οι άλλοι έλεγαν ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα προβλήματα του κόσμου. Ίσως έλεγαν έτσι διότι δεν είχε κάποια σοφία να μοιραστεί μαζί τους. Αυτόν πήγε να συναντήσει ο σοφός.

“Και τώρα τι κάνω;” ρώτησε ο σοφός τον τρελό.
“Γιατί δεν κάνεις ψυχανάλυση;”

Σύντομα, μέσα στη ψυχανάλυση, κι αφού άρχισε να διαπιστώνει ότι πολλές επιλογές που θεωρούσε ιδιέταιρα δικές του, δεν είναι παρά ασυνείδητες εκφράσεις ταυτοποιήσης με κάτι Άλλο, ο σοφός διερωτάται: “Λέω πως πρέπει πάντοτε να είμαι ο εαυτός μου. Ποιος είναι όμως ο εαυτός μου;”


Άγγελος

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Η κοσμοθεωρία της τελειότητας

«Όλοι οι άνδρες είναι έτσι»...

«Όλες οι γυναίκες είναι αλλιώς»...

«Όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί»...
                                                       (...«εκτός από κάποιες εξαιρέσεις»)

Το υποκείμενο θύμα μιας κατάστασης, ενός έργου που ζει κατεπανάληψη, καταλήγει στο να σχηματίσει τη δική του κοσμοθεωρία, τη δική του αλήθεια που εξηγεί τα γεγονότα και κατευνάζει την απόγνωση του τραυματικού «γιατί όλα αυτά τυχαίνουν συνέχεια σε εμένα;». «Οι άνδρες», «οι γυναίκες», το Χ σύνολο, σημαίνον της παράστασης, γίνεται σύμβολο ενός χαρακτηρισμού Ψ. Επειδή μάλιστα αυτή η κοσμοθεωρία τίθεται συχνά υπό αμφισβήτηση με εκ νέου παρατηρήσεις, το υποκείμενο έχει μάθει να συλλέγει στοιχεία που να την επιβεβαιώνουν. Συναναστρέφεται με άτομα που έχουν καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα και μοιράζονται τα ίδια σύμβολα, τα επικυρώνει σε στήλες περιοδικών με στατιστικές μελέτες που αγνωούν την ξεχωριστή φωνή του κάθε ανθρώπου και τον ανάγουν σε ένα αριθμητικό ποσοστό, μέρος μιας καθολικής αλήθειας.. δεν υπάρχει καθολική αλήθεια, ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια. 

Αυτός ο τρόπος χειρισμού του ανεξήγητου τραύματος, δεν είναι προϊόν καινούργιο, μιας σκέψης που έχει ωριμάσει, αλλά έχει ρίζες στα πρώτα κιόλας χρόνια της παιδικής ηλικίας, με την προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις κι εξηγήσεις στο τραύμα της ίδιας της ζωής: «Γιατί γεννήθηκα; Με ποια επιθυμία γεννήθηκα;», «πώς ήρθα στον κόσμο, από πού έρχονται τα παιδιά στον κόσμο;», «ποια η διαφορά στο αγόρι και στο κορίτσι;», «τι σχέση με αυτά έχει ο πατέρας και η μητέρα;». Το παιδί, προσπαθώντας να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στις απαντήσεις, συμπεραίνει και τον ρόλο του μέσα στον κόσμο, ώστε αυτός ο κόσμος να είναι τέλειος, να εξηγεί το τραυματικό. Οι απαντήσεις συμπεραίνονται από τα σημαίνοντα που λαμβάνονται από τον μεγάλο Άλλο, που στην αρχή ενσαρκώνεται από τη μητέρα και τον πατέρα, έπειτα μέσα στη γλώσσα από τα κάθε λογής σημαίνοντα που μας περιτριγυρίζουν: κοινωνικοί θεσμοί, κουλτούρα, νόμοι, θρησκεία. Ένα αμάλγαμα ιδανικών που σχηματίζει την εικόνα του τέλειου μας εαυτού, του ιδανικού-του-εγώ ως φωνή της συνείδησης. Κι αυτό το ιδανικό-του-εγώ δημιουργεί μια ασυνείδητη φαντασίωση, όπου ερμηνεύοντας την έλλειψη στον Άλλο, το υποκείμενο λαμβάνει και απολαμβάνει τη δική του θέση στο να συμπληρώνεται αυτή η έλλειψη ώστε ο Άλλος να εξακολουθεί να είναι τέλειος. Το «είμαι το θύμα» δεν είναι ένδειξη της ατέλειας του κόσμου, αλλά ακριβώς της τελειότητας που συμπληρώνει και ισορροπεί το «ο κόσμος είναι κακός». Ατέλεια θα εμφανιζόταν αν ένα από τα δυο δεν υπήρχε.

«Όλοι οι άνδρες είναι έτσι»...

«Όλες οι γυναίκες είναι αλλιώς»...

«Όλοι οι άνθρωποι είναι κακοί»...

Αυτή η κοσμοθεωρία δεν χωράει αμφισβήτηση. Ό,τι την διαταράσσει, απωθείται, εκλογικεύεται, ανάγεται στην σπάνια εξαίρεση. Αν τα σύμβολα κλονιστούν, το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κλονισμό του τέλειου Άλλου. Κλονίζεται η εγγύηση της κοσμοθεωρίας που καλύπτει το τραυματικό του ανεξήγητου παθήματος, του «γιατί όλα αυτά τυχαίνουν συνέχεια σε εμένα;». Το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με το άγχος του πραγματικού, της πραγματικής αλήθειας, σε αντίθεση με την κατασκευασμένη αλήθεια που σκοπό έχει να καλύψει την πραγματική και το άγχος που συνεπάγεται: Την ευθύνη του ιδίου του υποκειμένου στο να διατηρεί τη θέση του θύματος, ο δικός του ενεργός ρόλος να θυματοποιείται, η δική του φαντασίωση να θέλει να απολαμβάνει ως θύμα! Εμφανίζεται η αλήθεια του υποκειμένου που απολαμβάνει το σύμπτωμά του και δεν θέλει να το αποχωριστεί. Θέλει να το κρατήσει πάση θυσία, όπου στην προκειμένη περίπτωση η θυσία είναι του ίδιου του υποκειμένου, γίνεται δηλαδή πάλι θύμα, ένας φαύλος κύκλος για να διατηρηθεί η κοσμοθεωρία που κατευνάζει το άγχος δίνοντας νόημα στην κατάσταση που βιώνει. Δεν προσφέρει όμως κάποια αλλαγή στον επαναληπτικό της χαρακτήρα, ίσα-ίσα τη διαιωνίζει.

«Γιατί όλα αυτά τυχαίνουν συνέχεια σε εμένα;» διερωτάται προσπαθώντας να εμπλέξει την τύχη, που κατακρίβειαν είναι α-τυχία, απουσία τύχης, απουσία τυχαιότητας. Κάποιο στοιχείο παίζει ενεργό ρόλο στη δημιουργία και επανάληψη της θυματοποίησης. Διότι το να γνωριστούμε για παράδειγμα με κάποιον άνθρωπο στη ζωή πιθανόν να είναι τυχαίο. Το πώς θα τον εντάξουμε όμως στη δική μας ζωή, καθορίζεται από κάποια αιτία: Η ασυνείδητη επιθυμία που τοποθετεί στη ζωή μας το ανάλογο άτομο στην κατάλληλη θέση για ικανοποίηση της ασυνείδητης μας φαντασίωσης. Το υποκείμενο θύμα, μόνο του επιλέγει τον θύτη.

Κι αν προηγουμένως αναφέρθηκα στο άγχος μπροστά στη θέα της προσωπικής ευθύνης στην απόλαυση του συμπτώματος, το ότι δηλαδή δεν φταίνε οι άλλοι που θυματοποιούμαι αλλά μόνος μου κρατάω αυτή τη θέση, η αιτία του άγχους δεν είναι αυτό καθαυτό το γεγονός της αντίληψης του ότι το απολαμβάνουμε. Το άγχος συνίσταται στο ότι για την απελευθέρωση από το σύμπτωμα απαιτείται η παραχώρηση αυτής της απόλαυσης. Το άγχος επέρχεται μπροστά στον κίνδυνο του αποχωρισμού της απόλαυσης. Μπρος στο χρέος για ζωή, το τίμημα που πρέπει να πληρωθεί, ο αποχωρισμός της απόλαυσης, έστω κι αν αυτή η απόλαυση είναι προβληματικής φύσης, φαντάζει τίμημα θανάτου. Διότι η απόλαυση πηγάζει από τον Άλλο, δια μέσω του οποίου το σύμπτωμα αποκτά νόημα, του Άλλου ως εγγυητή του «έτσι είναι η ζωή», με τον οποίο είναι δέσμιο το υποκείμενο. Ο χωρισμός του υποκειμένου από τον Άλλο είναι συνεπώς χωρισμός από τον εγγυητή της ύπαρξης. Καθώς η σκέψη και η απόφαση είναι ασυνείδητες διεργασίες, είναι δηλαδή εκφράσεις της φωνής του Άλλου, του ιδανικού-του-εγώ μέσα μας το οποίο μας ορίζει τι είναι καλό και τι είναι κακό, τι είναι σωστό και λάθος, τότε αυτή η φωνή του Άλλου δεν μπορεί να ακυρώσει τον ίδιο τον Άλλο, δηλαδή να αυτοαναιρεθεί. Αυτό απαιτεί την αποκλειστική ευθύνη του υποκειμένου, η πράξη δηλαδή του χωρισμού είναι μια πράξη χωρίς εγγυητή. Κανείς δεν εγγυείται στο υποκείμενο τι έπεται, εξού και το άγχος θανάτου. Είναι όμως ένας θάνατος που γεννά ένα καινούργιο, ελεύθερο υποκείμενο. Η δε απόλαυση που έχει αποχωριστεί, γίνεται αντικείμενο θυσίας που αντικαθιστά τη μέχρι τώρα θυσία του ιδίου του υποκείμενου. Ανοίγει τον δρόμο στην ηθική, στην απελευθερωμένη από τον Άλλο επιθυμία, τη δημιουργία ιδιαίτερης ταυτότητας και προσωπικών απαντήσεων που αναδύουν μια άλλη απόλαυση μη προβληματική έναντι στην ατέλεια του Άλλου, μια απόλαυση που δεν χρειάζεται κοσμοθεωρίες.


Άγγελος

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Εμπόριο απόλαυσης

Απόγευμα τελευταίας Παρασκευής του μήνα, Ο Αλέξης ευχήθηκε «καλό Σαββατοκυριακο» στους συναδέρφους του, όλοι τον χαρακτήριζαν ευγενικό και πρόθυμο, καλή ψυχή, όποιος του ζητούσε βοήθεια τον βοηθούσε με την ψυχή του, και πολύ συχνά διάφοροι του ζητούσαν βοήθεια. Σχόλασε, πήρε τον μισθό του για τον μήνα που έφευγε, τις μηνιαίες του απολαβές. Μπήκε σε ένα περίπτερο, πήρε ένα σάντουιτς, το πλήρωσε, το απόλαυσε. Στην δίπλα γωνιά είδε έναν ζητιάνο, του φάνηκε πεινασμένος. «Δεν μπορώ να μην τον βοηθήσω» σκέφτηκε, «δεν νιώθω καλά, εγ κα﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ ώ καλά την έχω, αυτός υποφέρει». Μπήκε ξανά στο περίπτερο, πήρε άλλο ένα σάντουιτς, το πλήρωσε, το έδωσε στον ζητιάνο. Ο ζητιάνος το πήρε, το απόλαυσε. Ο Αλέξης περίμενε για λίγο, μια ένδειξη ευγνωμοσύνης από τον ζητιάνο, ένα «ευχαριστώ».. αντίθετα με άλλες φορές που βοήθησε, αυτή τη φορά δεν έλαβε «ευχαριστώ». Έφυγε απογοητευμένος, πληγωμένος. Το σκεφτόταν για λίγο, μετά το εκλογίκευσε: «Δεν πειράζει, βοήθησα κάποιον που είχε ανάγκη. Μόνο με αυτό θα πρέπει να νιώθω καλά». Το ξέχασε..

Αυτή δεν ήταν κατακρίβειαν η πρώτη φορά που δεν λάμβανε αναγνώριση για αυτά που πρόσφερε. Κι αν μίλησα για το προηγούμενο περιστατικό λες και πρώτη φορά συνέβαινε, είναι επειδή ακριβώς κάθε φορά που συνέβαινε, ο Αλέξης στο τέλος έκανε το ίδιο πράγμα: το ξεχνούσε. Λήθη λύση λύτρωσης πληγής πόνου απογοήτευσης. Πλήθαιναν όλο και περισσότερο αυτοί που ζητούσαν τη βοήθειά του χωρίς να του δείχνουν κάποια ευγνωμοσύνη, πλήθαιναν οι αχάριστοι, όχι όμως αχρείαστοι όπως θα εξηγήσω πιο ύστερα, και πολλοί μάλιστα θεωρούσαν πως είναι καθήκον του να τους βοηθήσει. Γιατί τύχαιναν όλα αυτά στον Αλέξη; Πώς «συγκρούονταν» όλο τέτοιοι, οι ίδιοι άνθρωποι μαζί του; Κι εκείνος γιατί συνέχιζε να βοηθά παρόλο που υπέφερε; Τι ακριβώς απολάμβανε; Πώς μπορεί να απολαμβάνει κάτι που δεν ευχαριστεί;

Ας αφσουμε ﷽﷽﷽﷽ατηξήσουμε για μια παράγραφο τον Αλέξη για να ασχοληθούμε με το εμπόριο. Στην πορεία, εν-πορεία, της απόλαυσης συναντούμε λογής-λογής δοσοληψίες, ο λόγος της απόλαυσης από το δίνω για να λάβω. Αυτό βέβαια δεν πρόκειται να συμβεί αν πρώτα δεν παρουσιάζεται ανάγκη απόλαυσης. Θέλω να αντλήσω απόλαυση κι έτσι δέχομαι να παραχωρήσω μέρος του εαυτού μου, να κόψω ένα κομμάτι από εμένα, να κοπώ, να κοπιάσω, τον κόπο μου δηλαδή, ή τα χρήματά μου ως σύμβολο του κόπου μου, σύμβολο του «κόπηκα στην κούραση για να τα κερδίσω». Θα το κάνω μόνο για την απόλαυση.

Από πού λοιπόν αντλούσε απόλαυση ο Αλέξης; Ποια ήταν η δικιά του δοσοληψία και πώς απολάμβανε; Διότι ενώ φαινομενικά το όφελος το είχε ο ζητιάνος, ή ο οποιοσδήποτε «ζητιάνος» του ζητούσε βοήθεια, ο Αλέξης ακριβώς αντλούσε απόλαυση από την ευγνωμοσύνη, την αναγνώριση, το «ευχαριστνου.﷽﷽﷽﷽﷽﷽ώ» του ζητιάνου. ταν μια ﷽﷽αγνynh, thn anagn;vrishΉταν μια δίκαιη δοσοληψία, κατά τον υποκειμενικό νόμο του Αλέξη. Παραχωρώ τον κόπο μου για να λάβω ευχαρίστηση. Δεν είναι ο ζητιάνος που έχει την ανάγκη, ο Αλέξης την έχει. Την ανάγκη του να του πουν «ευχαριστώ». Αλλά αυτό για να συμβεί, πρέπει πρώτα χρονικά ο Αλέξης να προσφέρει βοήθεια, να προσφέρει τον κόπο του. Από την άλλη ο κάθε ζητιάνος ανταποκρινόμενος στην ανάγκη αυτή του Αλέξη να βοηθά, του ζητά βοήθεια. Ο ζητιάνος είχε δηλαδή κάνει επάγγελμα το να ζητά βοήθεια: Πρόσφερε εργασία στον κάθε Αλέξη και τον πλήρωνε με ένα «ευχαριστξης.﷽﷽﷽﷽﷽﷽ισθώ». Αυτό ήθελε για μισθό ο Αλέξης. Ο Αλέξης μάλιστα, ασυνελο ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ της μητιδητα είχε ενεργό ρόλο στο να πληθαίνουν οι ζητιάνοι στη ζωή του. Τους είχε ανάγκη. Ήταν όμως μια απόλαυση προβληματική διότι δεν έδινε ευχαρίστηση στον Αλέξη ως επιθυμούν ον. Την απόλαυση την καρπονώνταν το υπερεγώ, το ιδανικό του εγώ, ή διαφορετικά, ο Άλλος ως ιδανικό του εγώ μέσα του. Ικανοποίηση είχε μόνο ο νόμος που είναι χαραγμένος στο ασυνείδητο, η φωνή του Άλλου. Η δοσοληψία ικανοποιούσε μια ασυνείδητη ανάγκη του Αλέξη να βοηθά, ενώ η ύπαρξη του διχασμένου υποκειμένου του λόγου υπέφερε. Στην περίπτωση μάλιστα που δεν ετύχανε αναγνώρισης, που δε λάμβανε το «ε¨υυχαριστ﷽ηρωθεπε ούτε ευχαριστώην περυχαριστώ» για να πληρωθεί ο κόπος του,  «του έμενε ο κόπος», του έμενε το κόψιμο, η πληγή από το κόψιμο, το συναίσθημα του πληγωμένου. Το τραύμα αυτό τελικά απωθείται. Δεν ξεχνιέται, αλλά ούτε γράφεται στη συνειδητή-προσυνειδητή μνήνη. Καταπιέζεται στο ασυνείδητο έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η επανάληψη όλου αυτού του κύκλου που περιγράφηκε, για να συνεχίσει η άντληση απόλαυσης του Άλλου, και που ο Αλέξης θα την συναντήσει στο σύμπτωμά του..

Ας πάμε λίγα χρόνια πίσω, στην αρχή της ύπαρξης του Αλέξη, όχι τη βιολογική του γέννηση, αλλά τη γέννησή του ως υποκειμένου του λόγου. Παιδί, καλείται να αρνηθεί μια απόλαυση, την απόλαυση του να είναι προσκολλημένος στη μητέρα. Ότι δηλαδή ούτε είναι ένα με τη μητέρα, ούτε του ανήκει η μητέρα, ούτε αποτελεί (το παιδί) το μόνο αντικείμενο που ικανοποιεί τη μητέρα, ή αλλιώς, η μητέρα έχει επιθυμία πέραν του παιδιού. Αυτό το κάλεσμα, παρέμβαση ενός συμβολικού πατέρα, με την ανάλογη ανταπόκριση της μητέρας που δείχνει την επιθυμία της πέραν του παιδιού, είναι μονόδρομος για το παιδί. Δεν έχει παρά να τη δεχτεί ελπίζοντας να συνεχίσει να αντλεί αγάπη από τους γονείς, που σε εκείνη την ηλικία είναι σημαντικό για να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες για να ζήσει. Δέχεται το νόμο του συμβολικού πατέρα, το Όνομα-Του-Πατρός και παραιτείται της απόλαυσης της μητέρας. Ως εμπόριο απόλαυσης εδώ κάτι λείπει, ή με ένα άλλο βλέμμα, του Άλλου, κάτι περισσεύει. Υπάρχει ένα πλεόνασμα απόλαυσης, της απόλαυσης που παραχωρεί το παιδί για να δεχτεί το νόμο. Που πάει αυτό το πλεόνασμα απόλαυσης; Η απόλαυση ποτέ δε χάνεται, αλλά κάπου πάει. Στην περίπτωση του παιδιού, το πλεόνασμα απόλαυσης πάει στον Άλλο και γίνεται αιτία της επιθυμίας του παιδιού, να ολοκληρώσει δηλαδή αυτή την ελλειπή δοσοληψία όπου κάτι έδωσε, χωρίς κάτι να πάρει πίσω, να ψάξει δηλαδή για ανταλλάγματα για τα οποία θα άξιζε να εμπορευτεί την απόλαυση που παραχώρησε. Αρχίζει να επιθυμεί..


Άγγελος

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Αίτιο και Τυχαιότητα

Το τυχαίο και ακαθόριστο είναι μέρος της ζωής, του πραγματικού, ακαθόριστο μεν, αλλά καθοριστικό ως αίτιο εξέλιξης. Ακαθόριστο και χαοτικό, ορμή θανάτου, αλλά καθοριστικό στη γένεση της επιθυμίας για ζωή, του αίτιου της επιθυμίας του ανθρώπου ως υποκειμένου του λόγου να υπάρξει και να δημιουργήσει.

Μέσα στην άβυσσο του τυχαίου εντοπίζουμε και το άγχος, ως πραγματικό και αναγνωρίσιμο σημάδι της ορμής θανάτου. Μιας ορμής που σαν δίνη καταπίνει οτιδήποτε πλησιάσει. Γι’ αυτο και για να κρατηθεί μια σωστή απόσταση, σωστή έτσι ώστε η δίνη να δίνει κίνηση στην ύπαρξη χωρίς όμως να την καταπίνει, ο άνθρωπος ανέκαθεν καταβάλλει προσπάθειες να οριοθετήσει το τυχαίο, να το περιορίσει και να το δαμάσει. Να δημιουργήσει μια τάξη στο ά-τακτο τυχαίο, δαμάζοντας έτσι μαζί το άγχος και ανάγοντας την ορμή θανάτου σε κινητήρα επιθυμίας, δύναμη της ζωής. Εκεί αποσκοπούσε πάντα η μελέτη της φύσης, ο εντοπισμός και η διατύπωση νόμων που την περιγράφουν.

Αυτή όμως η ευφορία του ελέγχου της ορμής θανάτου, της συνεχούς προσπάθειας εξήγησης του ανεξήγητου, έχει οδηγήσει στο να ταυτοποιήσουμε τις έννοιες «τυχαίο» και «ανεξήγητο», και να έχουμε τελικά καταλήξει σε προσπάθεια διαγραφής κάθε έννοιας τυχαιότητας. Μέσα από την παρανόηση του «αν ο έλεγχος του θυρίου είναι καλό, τότε σκοτώνοντας το θυρίο είναι ακόμα πιο καλό», έχουμε ξεχάσει πως το θυρίο είναι ο εργάτης μας, είναι αυτό που μας παρέχει την ενέργεια για δημιουργία. Σκοτώνοντας τον εργάτη, σκοτώνουμε την κινητήριο δύναμη που τραβάει το κουπί στο καράβι της ζωής έναντι στη δίνη. Δεν συνειδητοποιούμε ότι αυτή η τυχαιότητα είναι η αιτία κίνησης στη ζωή και σε περίπωση που όλα μπορούσαν να περιγραφούν από νόμους και συμβολισμούς, αν δηλαδή δεν υπήρχε το τυχαίο, δεν θα υπήρχε ούτε αιτία επιθυμίας, δε θα υπήρχε ζωή.

Επιχειρώντας να δώσουμε εξήγηση στην παραμικρή τυχαιότητα, πνιγόμαστε στην προσπάθεια διατύπωσης νόμων όλο και πιο λεπτομερών. Όπου μάλιστα δεν μπορούμε να διατυπώσουμε νόμους, θέλουμε να ανάγουμε το τυχαίο σε κάτι που σίγουρα έχει μια αρχή που το διέπει, απλά ακόμα δεν την έχουμε ανακαλύψει, ή σε κάτι μεταφυσικό, σε μια ακατανόητη, κατακρίβειαν α-νόητη, δύναμη που με τους δικούς της νόμους εξηγεί το ανεξήγητο για εμάς, έναν ακριβοδίκαιο μεγάλο Άλλο που εγγυείται την τάξη έναντι στην αταξία του τυχαίου.

Αν μπορεί να διατυπωθεί ένας νόμος για το τυχαίο είναι ακριβώς ο νόμος ότι το τυχαίο εξίσταται. Το αίτιο της επιθυμίας δεν το απαρτίζουν οι νόμοι ως συμβολική τάξη που περιγράφει τη φύση, αλλά ακριβώς αυτό που αδυνατεί να διατυπωθεί με νόμους, δηλαδή το τυχαίο. Σε έναν κόσμο που έχουμε ιδεατό την απόλυτη διαγραφή του τυχαίου, και την απόλυτη διαγραφή του άγχους που συνεπάγεται, εξιδανικεύουμε μια κατάσταση όπου όλα έχουν εξήγηση, ένα μαθηματικό μοντέλο όπου και οι άγνωστοι όροι είναι προβλέψιμοι, θα τους θέλαμε γνωστούς αν ήταν δυνατό, όπου τα πάντα μπορούν να περιγραφούν, το μέλλον μέσα σε αυτά, μια ζωή που το μόνο που θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει είναι η λέξη «πεπρωμένο» και μαζί με αυτό χαμένο το αίτιο της επιθυμίας, το αίτιο της ζωής. Αντίθετα, αναγνωρίζοντας την τυχαιότητα ως αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης, διότι η ύπαρξη γεννιέται μέσα απο αυτό, το άγχος γίνεται παραγωγικό, γίνεται τρόπος να αποκτηθεί πρόσβαση προς την επιθυμία.

Μίλησα αρκετά περι τύχης, χάους και αταξίας, ώρα να μιλήσω για «αυτά που φέρνει η τύχη», τον επίμονα επαναληπτικό χαρακτήρα της προσωπικής ζωής του καθένος μας με τα ίδια να συμβαίνουν ξανά και ξανά, όλα αυτά που διερωτούμαστε «γιατί αυτό τυχαίνει συνέχεια σε εμένα», λόγου χάρη στον άνθρωπο που επανειλημμένα προδίδεται από τα οικεία του πρόσωπα. Περισσότερα σε επόμενο μου κείμενο..

Άγγελος

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Ο λόγος του δαίμονα

Ο λόγος είναι ζωοποιός και για να αποκτήσει κάτι ύπαρξη, μόνο δια μέσου του λόγου. Του λόγου ο οποίος αρθρώνει το όνομα, συχνά το Όνομα-Του-Πατέρα στο πρόσωπο της οικογένειας, της πατρίδας, ή οποιουδήποτε άλλου ιδανικού, ενός μεγάλου Άλλου, ιδανικού του εγώ, για τον οποίο όχι λίγοι θυσιάστηκαν. Θυσιάστηκαν για να ζήσουν δια μέσου του ονόματος.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε όμως, είναι ότι εξεγειρόμενοι εναντίον ενός δαίμονα που δεν υπάρχει, το μόνο που πετυχαίνουμε είναι διαμέσου του λόγου να τον ονομάσουμε, να τον δημιουργήσουμε, να του δώσουμε ζωή. Ο δαίμονας που είναι, εξίσου συχνά με την προηγούμενη περίπτωση, ένας Άλλος στον οποίο έχουμε δώσει κακό πρόσωπο, ένας κακός πατέρας που θέλει να σκοτώσει τα παιδιά του.. ποιος πατέρας θέλει να σκοτώσει τα παιδιά του; Γι’ αυτό και λέω πως δεν υπάρχει, αλλά δια μέσου της δικής μας ερμηνίας μιας παρεξηγημένης του επιθυμίας, τον ονομάζουμε δαίμονα.. και ο δαίμονας στον οποίο έχουμε πλέον δώσει ζωή αρχίζει να μας κυνηγά.

Γράφω με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο ανεμβολίαστου παιδιού από ιλαρά, λες και βρισκόμαστε στο 1850, όχι πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το 1850, αλλά αν τότε πέθαινε ένα παιδί από ιλαρά ήταν διότι δεν υπήρχε εμβόλιο και όχι επειδή αρνούνταν να το εμβολιάσουν οι γονείς του. Το περιστατικό δεν ήταν στη χώρα μας, αλλά η έξαρση των επιδημιών τα τελευταία δυο χρόνια πήραν διαστάσεις στην Αμερική και η νοοτροπία ότι «τα εμβόλια είναι επικίνδυνα» έχει μεταδοθεί παγκόσμια.. πιο εύκολα έχει μεταδοθεί η νοοτροπία, παρά οι ίδιες οι επιδημίες. Ότι για παράδειγμα «τα εμβόλια προκαλούν αυτισμό», άροντας την προσωπική ευθύνη των γονιών, να γίνει ένα παιδί αυτιστικό.. διότι ο αυτισμός αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο, όχι προϊόν κακής βιοχημείας.

Για να επιστρέψω ξανά στο δαίμονα που εμείς έχουμε δημιουργήσει, ας κατανοήσουμε την προσωπική ευθύνη που πρέπει να αναλάβουμε, αντί της ανάγκης να δημιουργήσουμε έναν κακό Άλλο για να του επιρρίψουμε αυτή την ευθύνη, επαναστατώντας μάλιστα εναντίον του θεωρώντας τον αιτία των δεινών μας. Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, γινόμενοι επαναστάτες αυτής που θεωρούμε δαιμονική αρχή (παρόλο που αποτελεί δικό μας δημιούργημα), το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να την έχουμε να μας καταδιώκει διαρκώς. Διότι το αγαπώ ή μισώ κάτι χαρακτηρίζεται από την εξάρτηση μας από αυτό το κάτι, στην περίπτωση μας από το δαίμονα. Και ο Οιδίποδας που αφιέρωσε τη ζωή του στο να αποφύγει την εκπλήρωση του χρησμού, ενός λόγου ενάντια στον οποίο πορευόταν, το μόνο που κατάφερε ήταν να κρατά το λόγο ζωντανό και άθελά του να τον εκπληρώσει. Ο λόγος του δικού μας δαίμονα λοιπόν, του δικού μας όχι επειδή τον έστειλε κάποιος ειδικά για εμάς, αλλά επειδή εμείς τον ζωντανέψαμε.

Άγγελος